Εκάβη

Η Εκάβη είναι τραγωδία που έγραψε ο Ευριπίδης και διδάχθηκε το 427 π.Χ. Διαδραματίζεται στο στρατόπεδο των Αχαιών στα παράλια της Θράκης, μετά τον Τρωικό Πόλεμο, με κεντρική φιγούρα την βασίλισσα της τώρα πεσμένης πόλης και σύζυγο του βασιλιά Πρίαμου, η οποία στο πρώτο μέρος του έργου θρηνεί για την επικείμενη θυσία της κόρης της, Πολυξένης, και στο δεύτερο μέρος τυφλώνει τον βασιλιά της Θράκης, Πολυμήστορα, παίρνοντας εκδίκηση για τον θάνατο του γιου της, Πολύδωρου.

Υπόθεση

Στην αρχή του έργου, το φάντασμα του Πολύδωρου αφηγείται πως όταν το ελληνικό κοντάρι απείλησε την Τροία, ο πατέρας του, Πρίαμος, τον έστειλε να μείνει στο παλάτι του φίλου του βασιλιά Πολυμήστορα της Θράκης για ασφάλεια, με πολλά δώρα και χρυσάφι. Αλλά όταν οι Αχαιοί κυρίευσαν την Τροία και σκότωσαν τον Πρίαμο, ο Πολυμήστωρ δολοφόνησε τον Πολύδωρο και πήρε το χρυσάφι για τον εαυτό του. Το φάντασμα του Πολύδωρου προοικονομεί πολλά από τα γεγονότα του έργου, καθώς και ότι στοιχειώνει τα όνειρα της μητέρας του, ζητώντας δικαιοσύνη.

Η Εκάβη βρίσκεται αιχμαλωτισμένη στο στρατόπεδο των Αχαιών, έχοντας γίνει πια σκλάβα τους. Ανησυχεί για τα μηνύματα που στέλνει ο Πολύδωρος στον ύπνο της. Μπαίνει ο χορός που αποτελείται από αιχμάλωτες Τρωάδες και της ανακοινώνουν πως επιλέχθηκε η Πολυξένη, ένα από τα λίγα παιδιά της που απέμειναν ζωντανά, για να σφαχτεί στον τάφο του Αχιλλέα ως αιματηρή θυσία προς τιμήν του.

Μπαίνει ο Οδυσσέας για να συνοδεύσει την Πολυξένη προς την σφαγή, αγνοώντας τις εκκλήσεις της Εκάβης, και η ίδια η Πολυξένη καθησυχάζει την μητέρα της λέγοντας πως προτιμά να πεθάνει παρά να ζήσει την υπόλοιπη ζωή της ως σκλάβα. Ο Χορός των γυναικών θρηνεί για την καταδικασμένη μοίρα τους να γίνουν σκλάβες σε ξένα μέρη. Ο αγγελιοφόρος Ταλθύβιος φτάνει, αφηγούμενος τον εντυπωσιακά ηρωικό θάνατο της Πολυξένης και παραδίδει ένα μήνυμα από τον Αγαμέμνονα που λέει να γίνει η ταφή της.

Μετά από το δεύτερο στάσιμο, μπαίνει η τροφός, κουβαλώντας ένα τυλιγμένο πτώμα που ξεβράστηκε στην ακτή. Μόλις η Εκάβη αναγνωρίσει το πτώμα ως τον γιο της Πολύδωρο, η Εκάβη καταλαβαίνει γρήγορα πως ο δολοφόνος είναι ο Πολυμήστωρ και αποφασίζει να πάρει εκδίκηση. Η Εκάβη στέλνει μια δούλα να πάει να φωνάξει τον Πολυμήστορα, τον πείθει να μπει μέσα στο αντίσκηνο που έχει κρυμμένους θησαυρούς και όταν μπαίνει μέσα, η Εκάβη τον τυφλώνει, ενώ οι άλλες γυναίκες σκοτώνουν τους γιους του.

Ο Πολυμήστωρ βρίσκει τον Αγαμέμνονα και του λέει για αυτό που έπαθε, απαιτώντας να τιμωρηθεί η Εκάβη. Η Εκάβη μπαίνει και συγκρούεται με τον Πολυμήστορα. Ο Αγαμέμνων υπερασπίζεται την Εκάβη, φέρνοντας τη δικαιοσύνη. Ο Αγαμέμνονας διατάζει τους στρατιώτες του να ξεφορτωθούν τον Πολυμήστωρα, ενώ ο άνεμος επιτέλους δυναμώνει και οι Αχαιοί μπαίνουν στα πλοία. Η Εκάβη πηγαίνει να θάψει τα δύο παιδιά της.